τόσσος
τοσσος, τοσσόσδε, Ep. for τόσος, τοσόσδε.
τόσσος, η, ον, v. τόσος.
τόσσος, episch = τόσος, Hom.
τόσσος
See τόσος.
τόσσος
- a correl., τόσον τόσσον, so much — as οὐδὲ θερμὸν ὕδωρ τόσον γε μαλθακὰ τεύχει γυῖα, τόσσον εὐλογία φόρμιγγι συνάορος N. 4.4—5.
- b pro subs., so much, so many παρθένος τόσα εἰπεῖν ἔδοξεν O. 13.71 οὐ τετραορίας γε πρὶν δυώδεκα πέτρῳ ἥροάς τʼ ἐπεμβεβαῶτας ἱπποδάμους ἕλεν δὶς τόσους N. 4.30
- c οὐκ ἄναλκις ὡς τόσον ἀγῶνα δῦναι (at potius ad O. 1.81 referendum, nott. Snell) ?fr. 342.
τόσσος : see τόσος, τοσοῦτος.