τοσσῆνος
τοσσῆνος, Dor. for τοσοῦτος, Theoc. 1.54, v. l. in Id. 3.51. (No form τοσῆνος occurs.)
τοσσῆνος, η, ον, dor. c. τοσοῦτος, Thcr. Idyl. 1, 54.
τοσσῆνος, dor. statt τοσοῦτος, Theocr. 1.54.
τοσσῆνος
Doric for τοσοῦτος, Theocr.