τοσσόσδε
τοσσόσδε, so much, to this extent
τοσσόσδε, ήδε, όνδε, v. τοσόσδε.
τοσσόσδε, episch = τοσόσδε, Hom.
τοσσόσδε
See τοσόσδε.
τοσσόσδε n. pl. pro adv.,
- 1so much, to this extent εἴη σέ τε τοῦτον ὑψοῦ χρόνον πατεῖν, ἐμέ τε τοσσάδε νικαφόροις ὁμιλεῖν O. 1.115