Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τρίπτρον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Τριποδίσκος
τριποδοειδής
τριποδοφορέω
τριπόθητος
τρίποκος
τριπολία
τριπόλιον
τρίπολις
Τρίπολις
τριπόλιστος
τριπολιτικός
Τριπολιτικός
τριπολῖτις
τρίπολος
τριπόνητος
τριπόρθητος
τρίπορθος
τριπορνεία
τρίπορνος
τρίπος
τρίπους
τρίπρατος
τριπρόσωπος
τριπτέον
τρίπτερος
τριπτήρ
τριπτήριον
τρίπτης
Τριπτόλεμος
τριπτός
τρίπτρον
τριπτύς
τρίπτυχος
τρίπτωτος
τριπύλιος
τριπυλοειδής
τρίπυλον
τρίπυλος
Τρίπυλος
Τριπυργία
τρίπυργος
τρίπωλος
τρίρριζος
τρίρρυθμος
τρίρρυμος
τρίς
τρισάγιος
τρισαέναος
τρισάθλιος
τρισαθλίως
τρισάλαστος
τρισαλιτήριος
τρισάλυπος
τρίσαμος
τρισανάριθμος
τρισάνθρωπος
τρισάποτμος
τρισαρειοπαγίτης
τρισάριθμος
τρισαριστεύς
τρισάσμενος
…
τρίπτρον
Save
LSJ
τρίπτρον, τό,
= τριπτήριον,
Tz.
ad
Lyc.
874 (pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}