τρισαλιτήριος
τρισαλιτήριος, thrice-sinful
τρῐσ-ᾰλῐτήριος, ον,
- thrice-sinful, LXX 2 Ma. 8.34, Es. 8.13:—also τρῐσ-άλιτρος [ᾰ], ον, Tz. H. 13 No. 479 tit.
τρισ·αλιτήριος, ος, ον [ῐᾰῐ] trois fois criminel, très criminel, Spt. 2 Macc. 8, 34, etc.
τρισαλιτήριος, dreimal, sehr frevelhaft, LXX.