τρισάλαστος
τρισάλαστος, thrice-tormented
τρῐσ-άλαστος [ᾰλ], ον,
- thrice-accursed, AP 12.137 (Mel.), APl. 16.265.
τρισ·άλαστος, ος, ον [ῐσᾰ] trois fois exécrable, Anth. 12, 137.
τρισάλαστος, das verstärke ἄλαστος, Mel. 72 (XII.137).
τρισάλαστος
τρισ-άλαστος, ον,
- thrice-tormented, Anth.