τριπυλοειδής
τριπυλοειδής, like a τρίπυλον
τρι-πῠλοειδής, ές,
- like a τρίπυλον, Ael. Tact. 31.4.
τριπυλο·ειδής, ής, ές [ῐῠ] semblable à une porte triple, El. tact. 31, 4.
Étym. τρίπυλον, εἶδος.