τρισάποτμος Save LSJ Bailly 2024 Pape τρῐσ-άποτμος, ον, = τρισάθλιος, AP 5.229 (Paul.Sil.). τρισ·άποτμος, ος, ον [ῐᾰ] c. τρισάθλιος, Anth. 5, 230. τρισάποτμος, = τρισάθλιος, Sp.