τραχηλιμαῖος Save LSJ Bailly 2024 Pape τρᾰχηλ-ιμαῖος, v. τραχηλιαῖος. τραχηλιμαῖος, α, ον [ᾰῐ] du cou, Str. 127, 772. Étym. τράχηλος. τραχηλιμαῖος, = τραχηλιαῖος, zw., s. Lobeck Phryn. 558.