Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τραχόω
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Τραχειώτης
τραχεόστρακος
τραχέως
τραχηλάγχη
τραχηλᾶς
τραχήλια
τραχηλιαῖος
τραχηλιάω
τραχηλίζω
τραχηλιμαῖος
τραχήλιον
τραχηλίς
τραχηλισμός
τραχηλιστήρ
τραχηλιώδης
τραχηλοδεσμότης
τραχηλοειδής
τραχηλοκάκη
τραχηλοκοπέω
τραχηλοκοπία
τράχηλον
τράχηλος
τραχηλόσιμος
τραχηλώδης
Τραχίνιος
Τράχιος
Τραχίς
τραχόομαι
τρᾶχος
τράχουρος
τραχόω
τραχυβατέω
τραχύδερμος
τραχυδέρμων
τραχυλεκτέω
τραχυλεξία
τραχύλογος
τραχυντικός
τραχύνω
τραχυόδους
τραχυόστρακος
τραχύπους
τραχύς
τράχυσμα
τραχυσμός
τραχυστομέω
τραχυστομία
τραχύστομος
τραχύτης
τραχύφλοιος
τραχυφωνέω
τραχυφωνία
τραχύφωνος
τράχω
τραχώδης
τράχωμα
τραχωματικός
τραχών
τράχων
τραχωνίτης
τραχωνῖτις
…
τραχόω
Save
Bailly 2024
Pape
τραχόω-ῶ
[
ᾱ
]
c.
τραχύνω,
Jos.
τραχόω
, [ᾱ], = τραχύνω, Jos.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}