Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τραχόομαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τράφω
τραχαλᾶς
τράχε
Τραχειώτης
τραχεόστρακος
τραχέως
τραχηλάγχη
τραχηλᾶς
τραχήλια
τραχηλιαῖος
τραχηλιάω
τραχηλίζω
τραχηλιμαῖος
τραχήλιον
τραχηλίς
τραχηλισμός
τραχηλιστήρ
τραχηλιώδης
τραχηλοδεσμότης
τραχηλοειδής
τραχηλοκάκη
τραχηλοκοπέω
τραχηλοκοπία
τράχηλον
τράχηλος
τραχηλόσιμος
τραχηλώδης
Τραχίνιος
Τράχιος
Τραχίς
τραχόομαι
τρᾶχος
τράχουρος
τραχόω
τραχυβατέω
τραχύδερμος
τραχυδέρμων
τραχυλεκτέω
τραχυλεξία
τραχύλογος
τραχυντικός
τραχύνω
τραχυόδους
τραχυόστρακος
τραχύπους
τραχύς
τράχυσμα
τραχυσμός
τραχυστομέω
τραχυστομία
τραχύστομος
τραχύτης
τραχύφλοιος
τραχυφωνέω
τραχυφωνία
τραχύφωνος
τράχω
τραχώδης
τράχωμα
τραχωματικός
τραχών
…
τραχόομαι
Save
LSJ
τρᾱχόομαι,
= τραχύνομαι, v.l. for ἐτέτρυτο or
ἐτετρύχωτο
in
J.
AJ
17.12.2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}