τρέω
τρέω, to flee from fear, flee away
- flee from fear, flee away (Aristarch. held this to be the usual meaning in Homer), τρεῖν μʼ οὐκ ἐᾷ Παλλάς Il. 5.256; μήτε . . τρέε μήτε τι τάρβει 21.288; τρέσσε δὲ παπτήνας 11.546, 17.603; τρεῖτʼ ἄσπετον ib. 332: the sense of fleeing is most apparent in the phrases ἔτρεσαν ἄλλυδις ἄλλος 11.745, τρέσσαν δʼ ἄλλυδις ἄλλη Od. 6.138, τ. τεῖχος ὕπο Il. 22.143; τρεέτην Hes. Sc. 171; μὴ τρέσητε A. Supp. 711; μὴ τρέσας without fear, Id. Th. 436; οὐδὲν τρέσας Pl. Phd. 117b; but,
- 2 τρέσας (cf. ἀνδρῶν τρεσσάντων Il. 14.522, Tyrt. 11.14) was a technical term at Sparta, and sts. used where we might say runaway, coward, ὁ τρέσας Ἀριστόδημος Hdt. 7.231, cf. Tyrt. l.c., AP 7.230 (Eryc.); οἱ ἐν τῇ μάχῃ καταδειλιάσαντες, οὓς αὐτοὶ τρέσαντας ὀνομάζουσι Plu. Ages. 30, cf. Lyc. 21, Apophth.reg. 2.191c, etc.:—and later a real Subst. was used in Com., τρεσᾶς, τρεσᾶ, acc. τρεσᾶν, Eust. 772.12, cf. Gramm. ap. Gaisford Choeroboscus 1p.43.
- 3 in Argive Prose, like Att. φεύγω, to be banished, τρέ̄το̄ καὶ δαμευέσσθο̄ IG 4.554 (vi/v B. C.).
- II trans., fear, dread, be afraid of, c. acc., Il. 11.554, Pi. Pae. 4.40, A. Th. 397, Ag. 549, al., S. Ant. 1042, E. Ph. 1077; ἄρκτον . . οὐκ ἔτρεσεν X. An. 1.9.6:—so also c. gen., κελάδοιο, δηϊοτῆτος, Hes. Th. 850: τ. μὴ . . A. Th. 790 (lyr.).— Rare in Prose. (Cf. Skt. trásati ‘to be terrified’, Gr. ἄτρεστος.)
1. trillen, beven, vluchten:
2. bang zijn (voor),
1) zittern, beben, bes. vor Furcht, dah. zagen, sich fürchten, Hom. u. Hes.; u., als Folge davon, fliehen, flüchten, welche Bdtg Aristarch. als die einzige. bei Hom. betrachtet ; Il. 14.522 ἀνδρῶν τρεσσάντων, ὅτε τε Ζεὺς ἐν φόβον ὄρσῃ, vgl. Od. 6.138 ff. Il. 11.745, 15.586, 22.143 ; Hes. Sc. 171 ; – ὁ τρέσας, der Flüchtling, der sich der Schlacht entzogen hat, bes. bei den Lazedämoniern, Her. 7.231 ; vgl. Tyrt. 2.14 ; Plut. Lyc. 21 u. Agesil. 30 ; s. τρεσᾶς.
2) trans., fürchten, scheuen, τινά, Il. 11.554, 17.663 ; Aesch. Spt. 359, Ag. 535 ; Soph. Ant. 1079 ; Eur. Phoen. 1093 u. oft ; sp.D., wie Parmen. 2 (V.33); mit folgdm μή, Aesch. Spt. 772 ; auch einzeln in Prosa, ἄρκτον ἐπιφερόμενον οὐκ ἔτρεσεν, Xen. An. 1.9.6 ; πολεμίους, Luc. Mort.D. 27.7.
3 sing. aor. ἔτρεσε Il. 15.586. τρέσε Il. 15.589, Il. 22.143. τρέσσε Il. 11.546, Il. 17.603.
3 pl. ἔτρεσαν Il. 11.745, Il. 17.729, Il. 19.15. τρέσσαν Od. 6.138.
Genit. pl. masc. pple. τρεσσάντων Il. 14.522.
Infin. τρέσσαι Il. 13.515.
(δια-, παρα-, περι-, ὑπο-)
- 1
To be struck by fear and withdraw from that which is feared, to flee, retreat, retire : τρέσσεν ἐφʼ ὁμίλου Il. 11.546. Cf. Il. 11.745, Il. 13.515, Il. 14.522 (genit. absol.), Il. 15.586, 589, Il. 17.332, 603, 729, Il. 19.15, Il. 22.143 : Od. 6.138.
- 2
To shrink from or shirk the fight : τρεῖν μʼ οὐκ ἐᾷ Ἀθήνη Il. 5.256. Cf. Il. 21.288.
- 3
To shrink from, be unable to face : δεταί, τάς τε τρεῖ Il. 11.554=Il. 17.663.
- 1
- 1fear “τρέω τοι πόλεμον Διὸς Ἐννοσίδαν τε Pae. 4.40
- Ito flee from fear, flee away, Il.; μὴ τρέσας without fear, Aesch.; οὐδὲν τρέσας Plat.:— τρέσας is used like a Subst., a runaway, coward, Il.; Ἀριστόδημος ὁ τρέσας Hdt.
- IItrans. to flee from, fear, dread, be afraid of, c. acc., Il., Trag., Xen.
-
…τούτου γὰρ λέγειν οὐχ ἅζομαι · δράσει τάδʼ, εἴπερ μὴ φρενῶν ἁμαρτάνει. ἔσται τάδʼ, ἔσται, μὴ τρέσῃς · ἐπεὶ σʼ ἐγὼ καὶ ζῶσαν εἶχον, καὶ θανοῦσʼ ἐμὴ γυνὴ μόνη κεκλήσῃ, κοὔτις ἀντὶ σοῦ ποτε τόνδʼ…
Euripides, Alcestis
-
…δέ οἱ ἔμπεσεν ἀμφιχυθεῖσα · τῇ δὲ φίλην ἔτι παῖδα ἑῇς μετὰ χερσὶν ἐχούσῃ αἶψα δόλον θυμός τινʼ ὀίσατο, τρέσσε δʼ ἄρʼ αἰνῶς παυομένη φιλότητος, ἄφαρ δʼ ἐρεείνετο μύθῳ · τέκνον, μή ῥά τι μοι σύ γε πάσσαο…
NA, Homeric Hymns
-
…ἀλλʼ οὔ τι πρήσσει · θαμέες γὰρ ἄκοντες ἀντίον ἀΐσσουσι θρασειάων ἀπὸ χειρῶν, καιόμεναί τε δεταί, τάς τε τρεῖ ἐσσύμενός περ · ἠῶθεν δʼ ἀπονόσφιν ἔβη τετιηότι θυμῷ · ὣς ἀπὸ Πατρόκλοιο βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος ἤϊε πόλλʼ ἀέκων ·…
Homer, Iliad
-
…δουρί, ἤριπε δʼ ἐν κονίῃσιν · ἐγὼ δʼ ἐς δίφρον ὀρούσας στῆν ῥα μετὰ προμάχοισιν · ἀτὰρ μεγάθυμοι Ἐπειοὶ ἔτρεσαν ἄλλυδις ἄλλος, ἐπεὶ ἴδον ἄνδρα πεσόντα ἡγεμόνʼ ἱππήων, ὃς ἀριστεύεσκε μάχεσθαι. αὐτὰρ ἐγὼν ἐπόρουσα κελαινῇ λαίλαπι ἶσος…
Homer, Iliad
-
…θυῖε δʼ ἄρʼ ἀμφʼ ἀκτὰς περί τʼ ἀμφί τε κύματα μακρὰ ῥιπῇ ὕπʼ ἀθανάτων, ἔνοσις δʼ ἄσβεστος ὀρώρει · τρέε δʼ Ἀίδης, ἐνέροισι καταφθιμένοισιν ἀνάσσων, Τιτῆνές θʼ ὑποταρτάριοι, Κρόνον ἀμφὶς ἐόντες, ἀσβέστου κελάδοιο καὶ αἰνῆς δηιοτῆτος…
Hesiod, Theogony
-
…οὔτʼ ἄρʼ ἐπαΐξαι μεθʼ ἑὸν · βέλος οὔτʼ ἀλέασθαι. τώ ῥα καὶ ἐν σταδίῃ μὲν ἀμύνετο νηλεὲς ἦμαρ, τρέσσαι δʼ οὐκ ἔτι ῥίμφα πόδες φέρον ἐκ πολέμοιο. τοῦ δὲ βάδην ἀπιόντος ἀκόντισε δουρὶ φαεινῷ Δηΐφοβος · δὴ γάρ…
Homer, Iliad
-
…τὰ δʼ ἀνέβραχε δαίδαλα πάντα. Μυρμιδόνας δʼ ἄρα πάντας ἕλε τρόμος, οὐδέ τις ἔτλη ἄντην εἰσιδέειν, ἀλλʼ ἔτρεσαν. αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς ὡς εἶδʼ, ὥς μιν μᾶλλον ἔδυ χόλος, ἐν δέ οἱ ὄσσε δεινὸν ὑπὸ βλεφάρων ὡς…
Homer, Iliad
-
…οἱ ἀντίος ἦλθε θέων ἀνὰ δηϊοτῆτα. Ἀντίλοχος δʼ οὐ μεῖνε θοός περ ἐὼν πολεμιστής, ἀλλʼ ὅ γʼ ἄρʼ ἔτρεσε θηρὶ κακὸν ῥέξαντι ἐοικώς, ὅς τε κύνα κτείνας ἢ βουκόλον ἀμφὶ βόεσσι φεύγει πρίν περ ὅμιλον ἀολλισθήμεναι ἀνδρῶν ·…
Homer, Iliad
-
…ἄμεινον, μή τις ἔνδοθεν κλύῃ. ἀλλʼ οὐ μὰ τὴν ἄδμητον αἰὲν Ἄρτεμιν, τόδε μὲν οὔ ποτʼ ἀξιώσω τρέσαι, περισσὸν ἄχθος ἔνδον γυναικῶν ὂν αἰεί. ὅρα γε μὲν δὴ κἀν γυναιξὶν ὡς Ἄρης ἔνεστιν · εὖ δʼ…
Sophocles, Electra
-
…ὄσσε κάλυψε. πλείστους δʼ Αἴας εἷλεν Ὀϊλῆος ταχὺς υἱός · οὐ γάρ οἵ τις ὁμοῖος ἐπισπέσθαι ποσὶν ἦεν ἀνδρῶν τρεσσάντων, ὅτε τε Ζεὺς ἐν φόβον ὄρσῃ. αὐτὰρ ἐπεὶ διά τε σκόλοπας καὶ τάφρον ἔβησαν φεύγοντες, πολλοὶ δὲ…
Homer, Iliad