Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τρηχέως
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρέχις
τρέχνος
τρέχω
τρέψις
τρεψίχρως
τρέψω
τρέω
τρηγαλέον
τρηδών
τρῆμα
τρηματίζω
τρηματίκτης
τρημάτιον
τρηματιστής
τρηματόεις
τρηματώδης
τρήμη
τρῆνυ
Τρῆρες
τρηρόν
τρηρός
τρήρων
τρῆς
τρῆσις
Τρήτα
τρητοκουρήτας
Τρητόν
τρητός
τρηχ
τρηχαλέος
τρηχέως
Τρηχίς
Τρῆχος
τρηχυβατέω
τρηχύνω
τρηχύς
τρήχυσμα
τρηχυσμός
τρήχω
τρηχώ
τρηχώδης
τρι
τρι-
τρία
τριαγμός
τριάδελφαι
τριάδελφοι
τριάδελφος
τριαδίζω
τριαδικός
τριάζω
τρίαινα
τριαινατήρ
τριαινατῆρες
τριαινοειδής
τριαινοκράτωρ
τριαινοῦχος
τριαινόω
τριαινώδης
τριαινωτήρ
τριακάδαρχος
…
τρηχέως
Save
Bailly 2024
Pape
τρηχέως,
v.
τραχέως
.
τρηχέως
, ion. = τραχέως, adv. von τραχύς, Her.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}