τρικλίνιον Save LSJ Bailly 2024 τρικλῑν-ιον, τό, = τρίκλινος II, Theopomp.Com. 64. τρικλίνιον, ου (τὸ) [λῑ] c. τρίκλινον, Thpp. com. (Ath. 23e). Étym. v. le suiv.