τρικλινοσάξ Save Bailly 2024 τρικλινο·σάξ, άκος (ὁ) [λῑᾰκ] litt. « fardeau de salle à manger » n. de parasite, Alciphr. 3, 69, corr. p. τρικλινοσάραξ. Étym. τρίκλινος, σάττω.