τρισέλικτος Save LSJ Bailly 2024 Pape τρῐσ-έλικτος, ον, = τριέλικτος, Man. 1.197, Nonn. D. 7.128. τρισ·έλικτος, ος, ον [ῐ] c. τριέλικτος, Man. 1, 197 ; Nonn. D. 7, 128. τρισέλικτος, = τριέλικτος, Man. 1.19.