τρισδείλαιος
τρῐσ-δείλαιος, ον,
- = τρισάθλιος, AP 7.737.
τρισ·δείλαιος, ος, ον, trois fois, c. à d. tout à fait malheureux, Anth. 7, 737.
τρισδείλαιος, dreimal, sehr unglücklich, Ep.adesp. 648 (VII.737).
τρισδείλαιος
τρισ-δείλαιος, ον,
= τρισάθλιος, Anth.