τρισνέατος Save LSJ Bailly 2024 τρισ-νέᾰτος, η, ον, dub. in Cratin. 134; cf. νεάτη, παρανήτη. τρισ·νέατος, ος, ον [ᾰ] qui précède l’avant-dernier, pénultième, Crat. (Com. fr. 2, 93).