τριτήμορον Save LSJ Bailly 2024 Pape τρῐτήμορ-ον, τό, = τριτημόριον 2, Philem. 63, 74. τριτή·μορον, ου (τὸ) c. le préc. Philém. (Poll. 9, 65). τριτήμορον, τό, = τριτημόριον, Philem. bei Poll. 10.65.