τριτημόριον
τριτημόριον, a third part (LSJ τριτημόριος)
τριτημόριον, τό, neutr. zu τριτημόριος, der dritte Teil, das Dritteil ; Her. 9.34, Thuc. 2.98, Plat. Phaed. 105b. – Eine Münze, sechs χαλκοῦς wert.
τριτημόριον, a third part (LSJ τριτημόριος)