τριτημοριαῖος
τρῐτημορι-αῖος, α, ον,
- = sq., δίεσις Aristid.Quint. 1.9, cf. Apollod. Poliorc. 162.8.
τριτημοριαῖος, α, ον [ῐτ] d’un tiers, A. Quint. p. 20.
Étym. τριτημόριον.