Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τυφός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τυφλίνης
τυφλινίδιον
τύφλινος
τυφλῖνος
τυφλογενής
τυφλοπλαστέομαι
τυφλοπλαστέω
τυφλοπλάστης
τυφλοποιός
τυφλόπους
τυφλοπτεῖται
τυφλός
τυφλόστομος
τυφλότης
τυφλοφόρος
τυφλόφορος
τυφλόω
τυφλώδης
τυφλών
τυφλῶς
τύφλωσις
τυφλώττω
τυφλώψ
τυφογέρων
τυφομανής
τυφομανία
τυφοπλαστέω
τυφοπλάστης
τυφοποιέω
τῦφος
τυφός
τυφόω
τύφω
τυφώδης
Τυφωεύς
τυφωμανία
Τυφῶν
τυφῶν
Τυφωνικός
τυφωνικός
Τυφώνιοι
Τυφώνιος
τυφώνιος
τυφωνοειδής
τυφωνοειδῶς
Τυφώς
τυφώς
τύφωσις
τυχ
τύχα
Τύχα
τύχἀγαθῇ
τυχᾴδιον
τυχάζομαι
τύχαιον
Τυχαῖον
τυχαῖος
τύχαιος
τυχαίως
τύχε
τύχεια
…
τυφός
Save
Pape
τυφός
, [ῡ], ὁ, = τυφώς, ohne Grund als nom. angenommen.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}