Τυφώς
Τῡφώς, ῶ, ὁ,
- = Τῠφωεύς (q.v.).
- II as Appellat. τῡφώς, gen. τυφῶ A. Ag. 656; dat. τυφῷ Ar. Lys. 974 (anap.) (but later writers used the form τυφῶν, ῶνος, v. Τυφῶν II.1):—whirlwind, typhoon, ll. cc., S. Ant. 418.
Τυφώς, ῶ, acc. ῶ (ὁ) c. Τυφῶν, Pd. P. 1, 16 ; 8, 16 ; Eschl. Sept. 517 ; Hdt. 3, 5, etc. ||
➳ Gén. -ῶ, Eschl. l. c. ; Ar. Nub. 336 ; acc. -ῶ, Hdt. l. c. ; Ar. Eq. 511.
Τῡφώς (-ώς, -ῶνος, -ῶνα.) a monster, buried by Zeus beneath Etna.
- 1Αἴτναν, ἶπον ἑκατογκεφάλα Τυφῶνος ὀβρίμου O. 4.7, cf. fr. 92. ὅς τʼ ἐν αἰνᾷ Ταρτάρῳ κεῖται θεῶν πολέμιος, Τυφὼς ἑκατοντακάρανος· τόν ποτε Κιλίκιον θρέψεν πολυώνυμον ἄντρον· νῦν γε μὰν ταί θʼ ὑπὲρ Κύμας ἁλιερκέες ὄχθαι Σικελία τʼ αὐτοῦ πιέζει στέρνα λαχνάεντα P. 1.16 Τυφὼς Κίλιξ ἑκατόγκρανος P. 8.16 ἀλλʼ οἶος ἄπλατον κεράιζε θεῶν Τυφῶνα πεντηκοντοκέφαλον ἀνάγκᾳ Ζεὺς πατὴρ ἐν Ἀρίμοις ποτέ fr. 93. test., Porphyr., de abstin., 3. 16, e Theophrasto, Πίνδαρος δὲ ἐν προσοδίοις πάντας τοὺς θεοὺς ἐποίησεν, ὅτε ὑπὸ Τυφῶνος ἐδιώκοντο, οὐκ ἀνθρώποις ὁμοιωθέντας, ἀλλὰ τοῖς ἄλλοις ζῴοις fr. 91.
Τυφώς
- IΤῡφώς, ῶ, ὁ contr. for Τῦφωεύς, q. v.
- IIas appellat. τῡφώς, gen. τυφῶ, dat. τυφῶι, a whirlwind, typhoon, Aesch., etc.