τυφοπλάστης
τυφοπλάστης, inventor of falsehood
τῡφο-πλάστης, ου, ὁ,
- inventor of falsehood, μυθογράφων ἢ μιμολόγων ἢ τυφοπλαστῶν τὰ μηδενὸς ἄξια σεμνοποιούντων Ph. 2.345 (vv. ll. τυφλοπα-, τυφλοπλα-).