φερέμηλος
φερέ-μηλος, ον,
- = πολύμηλος, νᾶσοι Pi. Pae. 5.38.
φερέμηλος, -ον
- 1producing sheep καὶ σποράδας φερεμήλους ἔκτισαν νάσους Pae. 5.38