φερέπτολις Save LSJ Bailly 2024 Pape φερέ-πτολις, v. φερέπολις. φερέ·πτολις, ιος (ὁ, ἡ) c. φερέπολις, Opp. H. 1, 197 ; Nonn. D. 2, 86. Étym. φ. πτόλις. φερέπτολις, ιος, ὁ, ἡ, poet. statt φερέπολις, Opp. Hal. 1.197.