φιλέκδημος
φιλ-έκδημος, ον,
- = φιλαπόδημος, τὸ φ. Str. 1.2.29, 2.3.5.
φιλ·έκδημος, ος, ον [ῐ] qui aime à voyager, Str. 36, 101.
φιλέκδημος, = φιλαπόδημος, reiselustig, Strab.
φιλέκδημος
φῐλ-έκδημος, ον,
= φιλαπόδημος, Strab.