φιλαψευδής
φιλαψευδής, truthful
φιλ-αψευδής, ές,
- truthful, dub. l. in Ph. 1.644 (Sup.).
φιλ·αψευδής, ής, ές [ῐ] qui aime la franchise, la vérité, au sup. -έστατος, Phil. 1, 644.
φιλαψευδής, truthful