φιλοΐατρος Save LSJ Bailly 2024 Pape φῐλοΐᾱτρος, ον, = φιλίατρος, Procl. Par.Ptol. 225. φιλο·ΐατρος, ος, ον [ῐ] c. φιλίατρος, Procl. Ptol. 225. φιλοΐατρος, [ᾱ], die Aerzte, die Arzneikunst liebend, s. φιλίατρος.