About Report a problem

Menu

φιλοίκτιστος

φιλοίκτιστος, prone to pity, compassionate

φῐλ-οίκτιστος, ον,
  • = φιλοικτίρμων, κάρτα τοι φιλοίκτιστον γυνή S. Aj. 580.

Saved

Recent