φιλοίκτιστος
φιλοίκτιστος, prone to pity, compassionate
φῐλ-οίκτιστος, ον,
- = φιλοικτίρμων, κάρτα τοι φιλοίκτιστον γυνή S. Aj. 580.
φιλ·οίκτιστος, ος, ον [φῐ] qui s’attendrit volontiers, Soph. Aj. 580.
Étym. φ. οἰκτίζω.
φιλοίκτιστος, = φίλοικτος, Soph. Aj. 577.
φιλοίκτιστος
φῐλ-οίκτιστος, ον,
= φιλοικτίρμων, Soph.