φιλοθρηνής
φιλοθρηνής, fond of lamentation
φῐλο-θρηνής, ές, = sq., Mosch. 4.66.
φιλο·θρηνής, ής, ές [ῐ] c. le suiv. Mosch. 4, 66.
φιλοθρηνής, ές, = φιλόθρηνος, Mosch. 4.66.
φιλοθρηνής, fond of lamentation