φιλοτραφής Save LSJ Bailly 2024 Pape φῐλο-τρᾰφής, ές, = φιλότροφος, E. Fr. 281. φιλο·τραφής, ής, ές [ῐᾰ] c. φιλότροφος, Eur. fr. 283. φιλοτραφής, ές, = φιλοτρόφος, Eur. frg. in B.A. 116.