φρατορικός
φρατορικός, of or belonging to a φράτρα
φρατ-ορικός, ή, όν,
- = φράτριος, γραμματεῖον D. 44.41.
φρατορικός, ή, όν [ᾱ] c. φρατρικός, Dém. 1092 fin.
φρατορικός, = φρατρικός, γραμματεῖον, Dem. 44.41.
φρατορικός
from φρά_τηρ
φρᾱτορικός, ή, όν
= φράτριος, Dem.