φρατριατικός
φρατριατικός, lex curiata
φρᾱτρι-ᾱτικός νόμος,
- = Lat. lex curiata, D.C. 37.51, al.
φρατριατικός, ή, όν [ᾱᾰ] qui concerne les curies, à Rome : νόμος φρ. DC. 37, 51, loi curiate.
Étym. φρατρία.
φρατριατικός, [ᾱᾱ], das lat. curiatus, so νόμος φρατριατικός, lex curiata, D.Cass.