Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φρενητικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φρεατία
φρεατιαῖος
φρεατίας
φρεατίδιος
φρεάτιον
φρεάτιος
φρεατισμός
φρεατορύκτης
φρεατοτύπανον
Φρεαττοῖ
Φρεαττύς
Φρεαττώ
φρεατώδης
φρεατωρυχέω
φρεατωρύχος
Φρέγελλα
Φρεγελλανός
Φρεγῆνα
φρεῖαρ
φρεναδαλής
φρεναπατάω
φρεναπάτης
φρεναρτίους
φρενετιάζω
φρενετίασις
φρενετίζω
φρενετισμός
φρενήρης
φρενητιάω
φρενητίζω
φρενητικός
φρένιον
φρενιτιαῖος
φρενιτίασις
φρενιτιάω
φρενιτίζω
φρενιτικός
φρενῖτις
φρενιτισμός
φρενο
φρενοάρας
φρενοβαρής
φρενοβλάβεια
φρενοβλαβέω
φρενοβλαβής
φρενοβλαβία
φρενοβλαβίη
φρενόβλαβος
φρενοβόρως
φρενογηθής
φρενοδαλής
φρενοδαλίς
φρενοδινής
φρενοθελγής
φρενόθεν
φρενοκηδής
φρενοκλοπέω
φρενοκλόπος
φρενόληπτος
φρενολῃστής
φρενολύπη
…
φρενητικός
Save
Pape
φρενητικός
, wahrscheinlich
f.l.
für φρενιτικός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}