φρενιτιαῖος Save LSJ Bailly 2024 Pape φρενῑτ-ιαῖος, α, ον, = φρενιτικός, f.l. in Hp. Epid. 3.1.ιαʹ. φρενιτιαῖος, α, ον [ῑτ] c. φρενιτικός, Hpc. Epid. 3, 1079. φρενιτιαῖος, [νῑ], = φρενιτικός, Hippocr.