φυλέτις Save Bailly 2024 Pape φυλέτις, ιδος [ῡῐδ] adj. f. : ἐκκλησία, DH. 7, 59, c. φυλετική, v. φυλετικός. φυλέτις, [ῡ], ιδος, ἡ, fem. von φυλέτης, auch statt φυλετική, z.B. ἐκκλησία φυλέτις, comitia tributa, Dion.Hal. 7.59 ; App. B.C. 3.30.