Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φυλετικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φυλακτηρία
φυλακτηριάζω
φυλακτήριον
φυλακτήριος
φυλάκτης
φυλακτικός
φυλακτικῶς
φυλακτός
φύλακτρον
φυλάκτωρ
Φυλαμός
φύλαξ
Φύλαξ
φυλαξιθαλάσσειος
φυλάξιμος
φύλαξις
φυλαρχέω
φυλάρχης
φυλαρχία
φύλαρχος
Φύλαρχος
Φύλας
Φυλάσιος
φυλάσσω
φυλάττω
Φυλείδης
Φυλεΐδης
φυλετεύω
φυλέτης
φυλετικός
φυλετικῶς
φυλέτις
Φυλεύς
φυλή
Φυλή
Φυλήϊος
Φυλήνδε
φυληρις
φυλία
φυλίη
φυλίκη
φυλίον
φύλιος
φυλλάζω
φυλλάκανθος
φυλλάμπελον
φυλλαναλογημός
φυλλανθές
φυλλάριον
φυλλάς
φυλλεῖν
φυλλεῖον
φύλλες
Φυλλεύς
Φυλλήϊον ὄρος
Φυλληΐς
φυλλία
φυλλιάς
φυλλιάω
Φυλλίδας
φυλλίζω
…
φυλετικῶς
Save
Bailly 2024
φυλετικῶς
[
ῡ
]
adv.
par tribus,
Arstt.
Soph. el.
1, 2
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}