Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φυσιολόγως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φυσιγγόομαι
φυσίγναθος
φυσιγνώμων
φῦσιγξ
φυσίζοος
φυσίζῳος
φυσίζωος
φυσίκευμα
φυσικεύομαι
φυσικεύω
φυσίκιλλος
φυσικίλλος
φυσικλείδιον
φυσικός
φυσικῶς
φύσιμος
φυσιογνωμία
φυσιογνωμικός
φυσιογνωμονέω
φυσιογνωμονία
φυσιογνωμονίη
φυσιογνωμονικός
φυσιογνωμοσύνη
φυσιογνώμων
φυσιολογέω
φυσιολόγημα
φυσιολογητέον
φυσιολογία
φυσιολογικός
φυσιολόγος
φυσιολόγως
φυσιοποιέω
φύσιος
φυσιόω
φυσιόωντες
φύσις
φυσίφρων
φυσίωμα
φυσίωσις
Φύσκα
φύσκη
φυσκία
φύσκιον
φυσκίον
Φύσκιος
φύσκος
Φύσκος
φύσκων
φυσόβαθρον
φυσοειδής
φυσόομαι
φυσόω
φύσσα
φυσσαλίς
φύσσαλος
φυσσητήρ
φυστή
φύστις
φυστίς
Φυσώ
φυσώδης
…
φυσιολόγως
Save
Bailly 2024
φυσιολόγως
[
ῠ
]
adv.
en étudiant les choses de la nature,
M. Ant.
10, 31
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}