Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φυσίζωος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φυσάω
φυσέχη
φυσέω
φυσέων
φύση
φυσηλάται
φύσημα
φυσημάτιον
φύσησις
φυσητέον
φυσητέος
φυσητήρ
φυσητήριον
φυσητής
φυσητικός
φυσητός
φυσήτωρ
φυσήφρων
Φυσιάδης
φυσίαμα
φυσιασμός
φυσιάω
φυσίγγη
φυσιγγιστής
φυσιγγόομαι
φυσίγναθος
φυσιγνώμων
φῦσιγξ
φυσίζοος
φυσίζῳος
φυσίζωος
φυσίκευμα
φυσικεύομαι
φυσικεύω
φυσίκιλλος
φυσικίλλος
φυσικλείδιον
φυσικός
φυσικῶς
φύσιμος
φυσιογνωμία
φυσιογνωμικός
φυσιογνωμονέω
φυσιογνωμονία
φυσιογνωμονίη
φυσιογνωμονικός
φυσιογνωμοσύνη
φυσιογνώμων
φυσιολογέω
φυσιολόγημα
φυσιολογητέον
φυσιολογία
φυσιολογικός
φυσιολόγος
φυσιολόγως
φυσιοποιέω
φύσιος
φυσιόω
φυσιόωντες
φύσις
φυσίφρων
…
φυσίζωος
Save
Pape
φυσίζωος
, [ῡ], = φυσίζοος, Wern. Tryph. 77.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}