φυσιογνωμοσύνη Save LSJ Pape φῠσιογνωμ-οσύνη, ἡ, = φυσιογνωμονία, Pall. in Hp. 2.124 D. φυσιογνωμοσύνη, ἡ, = φυσιογνωμονία, Sp.