φυτώριον
φυτώριον, nursery
φῠτ-ώριον, τό,
- nursery, Gp. 5.3.1, al.; cf. φυτούριον.
φυτ·ώριον, ου (τὸ) [ῠ] pépinière, Geop. 5, 3 ; Clém. 338.
Étym. φυτόν, ὤρα.
φυτώριον, τό, Pflanzschule, Baumschule, Geop.