Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φυτούργιον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φυτιαῖος
φυτικός
φύτιος
φύτλα
φύτλη
φύτλον
φυτοβασίλα
φυτοβασίλειον
φυτοειδῶς
φυτοεργός
φυτοκομέω
φυτοκόμια
φυτοκομία
φυτοκόμος
φυτόν
φυτόομαι
φυτός
φυτοσκαφία
φυτοσκάφος
φυτοσπορία
φυτοσπόρος
φυτοτροφέομαι
φυτοτροφέω
φυτοτροφία
φυτοτρόφος
φυτουργεῖον
φυτουργέω
φυτούργημα
φυτουργία
φυτουργικός
φυτούργιον
φυτουργός
φυτούριον
φυτοφόρος
φυτοφύλαξ
φυτόω
φύτρα
φυτώδης
φυτών
φυτώνυμος
φύτωρ
φυτώρειον
φυτώριον
φύω
φῷ
φῶ
φώγανον
φώγνυμι
φωγνύω
φώγω
φώζω
φῴζω
φῶϊξ
φωΐς
Φωκάα
φωκάδιον
Φωκαεύς
Φώκαια
Φωκαιεύς
Φωκαιῆθεν
Φωκαϊκός
…
φυτούργιον
Save
Pape
φυτούργιον
, τό,
Gewächsgarten, Baumschule
, DS. 2.10,
v.l.
φυτουργεῖον.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}