Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χέρηες
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χελώνινος
χελώνιον
χελωνίς
χελωνίτης
χελωνῖτις
χελωνοειδής
χελωνός
Χελωνοφάγοι
χελωνοφάγος
χελώτρα
Χέμμις
Χεμμίτης
χένας
χέννιον
χενόσιρις
Χέοψ
χέρα
χέραβος
χέραδος
χεράριος
χεράς
χέρας
Χέρασμις
χερδαμός
χέρεια
χέρειον
χερειότερος
χερείων
χέρεσσι
χέρηα
χέρηες
χέρηϊ
χερήρης
χέρης
χερῄων
χεριάρας
χεριάρης
χέριον
χεριφυρής
χέρμα
χερμάδιον
χερμάδιος
χερμάζω
χερμάς
χερμαστήρ
χερμάτης
χερματιστής
χέρνα
χερνάς
Χέρνασος
χέρνημα
χερνής
χερνῆσσα
χερνήτης
χερνητικός
χερνῆτις
χερνήτωρ
χέρνιβα
χερνιβεῖον
χερνίβιον
χέρνιβον
…
χέρηες
Save
Grieks Nederlands
χέρηες
ep. nom. plur. m./f.
van
χείρων.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}