χαλκοτόρευτος
χαλκοτόρευτος, wrought of bronze
χαλκο-τόρευτος, ον,
- wrought of bronze, τρίαινα Orph. H. 17.2.
χαλκο·τόρευτος, ος, ον, tourné ou ciselé en airain, Orph. H. 16, 2.
Étym. χ. τορεύω.
χαλκοτόρευτος, aus Erz od. Kupfer getrieben, geformt, Orph. H. 16.2.