Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χαμαιτυπικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χαμαιπαγής
χαμαιπέτεια
χαμαιπετέω
χαμαιπετής
χαμαιπετῶς
χαμαιπεύκη
χαμαιπιτύϊνος
χαμαιπιτύϊνος οἶνος
χαμαίπιτυς
χαμαιπλάτανος
χαμαίπλιον
χαμαίπους
χαμαιράφανος
χαμαιρεπής
χαμαιριφής
χαμαίρρυτον
χαμαίρυτον
χαμαίρωψ
χαμαιστρωσία
χαμαίστρωτος
χαμαισύκη
χαμαίσυρτος
χαμαισχιδής
χαμαΐτης
χαμαῗτις
χαμαιτυπεῖον
χαμαιτυπέω
χαμαιτύπη
χαμαιτυπής
χαμαιτυπία
χαμαιτυπικός
χαμαιτυπίς
χαμαιτύπος
χαμαίτυπος
χαμαιφερής
χαμαιφυής
χαμαλός
χαμάνδις
χαμάομαι
Χαμβδᾶς
χαμελαία
χαμελαΐτης
χαμελαΐτης οἶνος
χαμερπής
χαμερπῶς
χαμεταιρίς
χάμευνα
χαμεύνα
χαμευνάς
χαμευνέω
χαμεύνη
χαμεύνης
χαμευνία
χαμεύνιον
χαμευνίς
χάμευνος
χαμηλός
χαμίτης
χαμῖτις
χαμῖτις ἄμπελος
χαμνός
…
χαμαιτυπικός
Save
Pape
χαμαιτυπικός
, ή, όν,
zu einer Hure od. zur Hurerei gehörig, hurenmäßig
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}