χαμαιράφανος
χᾰμαι-ράφᾰνος [ρᾰ], ὁ,
- = ἄπιος (A) II, Paul.Aeg. 7.4:—spelt χᾰμαι-ρέφᾰνος Orib. Fr. 52, Hippiatr. 130.184.
χαμαιράφανος, ὁ, = χαμαιβάλανος, eigtl. Erdkohl, Diosc.