χαμαιπέτεια
χαμαιπέτεια, being χαμαιπετής
χᾰμαι-πέτεια, ἡ,
- being χαμαιπετής, Iamb. Protr. 21. ισ.
χαμαιπέτεια, ας (ἡ) [ᾰ] action de ramper, Jambl. Protr. 346.
Étym. χαμαιπετής.
χαμαιπέτεια, ἡ, der Zustand des χαμαιπετής, Iambl.