χελιδονιαῖος
χελιδονιαῖος, badius
χελῑδ-ονιαῖος, α, ον,
- = χελιδόνιος II, ὄνος Sammelb. 6001.5 (ii A. D.); ἰχθῦς PLond. 1.130.104 (i/ii A. D., horoscope); ἱ[ππάδα] PThead. 4.6 (iv A. D.); = badius, Gloss.; αἱ χελιδονιαῖαι ἀσπίδες prob. for χελιδοναῖαι in Aët. 13.22.