About
Menu

Χειρωνιάς

Χειρωνιάς, άδος, ἡ,
  • = κενταύρειον τὸ μέγα, Ps.-Dsc. 3.6: Χειρώνιος ἄμπελος, = ἄμπελος μέλαινα, Dsc. 4.183; Χειρώνιον, = γεντιανή, Ps.-Dsc. 3.3.

Saved

Recent